EUR
Ελληνικά Προϊόντα
Διεθνώς Βραβευμένα
0item(s)

Δεν υπάρχουν προϊόντα στο Καλάθι Αγορών σας!

Product was successfully added to your shopping cart.

FAQs

Search FAQ

  • Θέλετε μια πιο σε βάθος ανάλυση της θεωρίας λειτουργίας των Ηχείων;

    • Πώς λειτουργούν τα ηχεία;

      Λαμβάνουν ηλεκτρικό σήμα, το οποίο μεταφράζεται σε κίνηση μηχανικών μονάδων παραγωγής ήχου

      [image]

      Το μεγάφωνο είναι μια ηλεκτροακουστική διάταξη που μετατρέπει ηλεκτρικά σήματα σε ήχο. Ο κώνος του μεγαφώνου πάλλεται σύμφωνα με τις μεταβολές του ηλεκτρικού σήματος που εφαρμόζεται στους ακροδέκτες του, μεταδίδοντας αυτή τη διαταραχή μέσω του άερα, στα αυτιά μας, όπου τα κύματα γίνονται αντιληπτά ως ήχος. Παρακάτω θα δώσουμε μια σύντομη περιγραφή του τρόπου με τον οποίο τα ηλεκτροδυναμικά μεγάφωνα (ο πιο συνήθης τύπος μεγαφώνου) δουλεύουν ώστε να αναπαράγουν μουσική και ήχους όσο πιο πιστά προς τους φυσικούς ήχους και τους ήχους των μουσικών οργάνων γίνεται.

      Τα περισσότερα ηχεία της αγορά είναι ηλεκτροδυναμικά και βγαίνουν σε κάθε μορφή, μέγεθος και κόστος. Εδώ συναντάμε τους γνωστούς μας κώνους και θόλους, που αποτελούν τη «βιτρίνα» των ηχείων αυτών, αφού είναι το τμήμα των μεγαφώνων που φαίνεται εξωτερικά. Τα ηλεκτροδυναμικά ηχεία βασίζονται στις αρχές της ηλεκτρομαγνητικής επαγωγής, σύμφωνα με τις οποίες όταν ένας αγωγός βρίσκετα μέσα σε ένα μαγνητικό πεδίο και εφαρμοστεί στα άκρα του μια διαφορά δυναμικού, τότε θα δημιουργηθεί μια δύναμη πάνω στον αγωγό, ανάλογη της εφαρμοζόμενης διαφοράς δυναμικού.

      Στην καρδιά των ηλεκτροδυναμικών μεγαφώνων βρίσκεται ένας ισχυρός μόνιμος μαγνήτης κυλινδρικού σχήματος, στο κέντρο του οποίου υπάρχει μια κυλινδρική ράβδος (πόλος μαγνήτη). Ανάμεσά τους δημιουργείται ένα κυλινδρικό διάκενο λίγων χιλιοστών, μέσα στο οποίο αναπτύσσεται ένα ισχυρό, ομοιογενές και σταθερής έντασης μαγνητικό πεδίο. Στο διάκενο και γύρω από τον πόλο, προσαρμόζεται το πηνίο φωνής (voice coil) - αγωγός τυλιγμένος σε σπείρες - το οποίο κινείται ελεύθερα μέσα στο μαγνητικό πεδίο του διάκενου και υποβοηθείται από μία ειδική ελαστική ανάρτηση που φροντίζει ώστε το πηνίο να μην ακουμπά στον πόλο και να λειτουργεί σα να αιωρείται. Όταν τον αγωγό του πηνίου διαρρέει εναλλασσόμενο ρεύμα που μεταφέρει το ηχητικό σήμα, τότε στο διάκενο θα αναπτυχθούν δυνάμεις που ωθούν το πηνίο σε παλινδρομική κίνηση μπρος - πίσω. Στο εξωτερικό μέρος του πηνίου προσαρμόζεται το διάφραγμα, το μέγεθος της επιφάνειας του οποίου καθορίζεται από τη χαμηλότερη συχνότητα που επιθυμούμε να αναπαράγουμε. Το διάφραγμα κινείται και έτσι ήχος παράγεται.

      Όσο πιο μεγάλη είναι η διάμετρος του κώνου, τόσο μεγαλύτερο πρέπει να είναι και το πηνίο φωνής και ο μαγνήτης, κάτι που οδηγεί σε μεγάφωνα μεγάλης μάζας και αδράνειας, δηλαδή σε συστήματα που απαιτούν μεγάλη ισχύ και αντιστέκονται τόσο στην έναρξη της κίνησής τους όσο και στη μεταβολή ή την παύση της. Παράλληλα οι κώνοι μεγάλης διαμέτρου τείνουν να παραμορφώνονται στα άκρα τους, γιατί η δύναμη του πηνίου ασκείται σε μία πολύ μικρή επιφάνεια του κέντρου τους. Έτσι απαιτούνται ελαφρά υλικά με μεγάλη ακαμψία (στοιχεία αλληλοαναιρούμενα), κάτι που μας οδηγεί στη χρήση σύνθετων ή εξωτικών υλικών, όπως το πολυπροπυλένιο, το kevlar, το εμποτισμένο με ειδικές ρητίνες χαρτί, το τιτάνιο και κάθε λογής κράματα και υφάσματα.

      Όταν ο κώνος ενός μεγαφώνου κινείται προς τα εμπρός ασκώντας πίεση στα στρώματα του αέρα, τότε στο πίσω μέρος του δημιουργείται μια ίση αλλά αντίθετης φοράς πίεση (αραίωση, υποπίεση). Οι χαμηλές συχνότητες έχουν μικρή κατευθυντικότητα, περιθλώνται γύρω από το μεγάφωνο και τείνουν να επεκταθούν σε όλο το χώρο μπροστά και πίσω από αυτόν.

      Έτσι στο πίσω μέρος του θα έχουμε τη συμβολή δύο ίδιων αλλά αντίθετης φάσης ηχητικών κυμάτων, κάτι που συνεπάγεται την ακύρωσή τους.

      Η ιδανική λύση για να αποφύγουμε την ακύρωση είναι να προσαρμόσουμε το μεγάφωνο στο κέντρο μιας επίπεδης επιφάνειας με μεγάλο εμβαδόν ή διάμετρο (άπειρο διάφραγμα - infinite baffle). Αυτό φυσικά είναι πρακτικά αδύνατον και έτσι καταφεύγουμε στη λύση της καμπίνας.

      Η καμπίνα ενός ηχείου βέβαια δεν είναι ένα απλό κουτί τυχαίων διαστάσεων, που αποσκοπεί στη στήριξη του μεγαφώνου και στην εξάλειψη των ακυρώσεων. Αντίθετα είναι μια προσεκτικά σχεδιασμένη διάταξη που επιχειρεί είτε να μιμηθεί το ελεύθερο μεγάφωνο (σχεδίαση άπειρου διαφράγματος), είτε να εκμεταλλευτεί τον όγκο του αέρα που βρίσκεται στο εσωτερικό, έτσι ώστε να συνεισφέρει θετικά στην απόδοση του μεγαφώνου (π.χ. σχεδιάσεις ακουστικής ανάρτησης, ανάκλασης χαμηλών και πολλές άλλες). Η ιδανική καμπίνα ενός ηχείου πρέπει να είναι άκαμπτη, ώστε να μην πάλλεται με τις εσωτερικές μεταβολές της πίεσης του αέρα. Επίσης πρέπει να έχει μεγάλη απόσβεση ώστε να εξασθενούν τα ηχητικά κύματα και να μην εκπέμπονται από την καμπίνα. Τέλος η συχνότητα συντονισμού πρέπει να είναι υψηλή και εκτός της ακουστικής μπάντας, για την αποφυγή χρωματισμών.

    • Ποιοι είναι οι διαφορετικοί τύποι υλοποιήσεων ηχείων;

      Διαβάστε την αναλυτική απάντηση

      Αναλόγως με τον τύπο της καμπίνας ενός ηχείου, έχουμε τις παρακάτω σχεδιάσεις/τοπολογίες:

      Σχεδίαση κλειστής καμπίνας (ακουστικής ανάρτησης): Η καμπίνα ακουστικής ανάρτησης είναι αεροστεγής γιατί ο εσώκλειστος αέρας χρησιμοποιείται ως ανάρτηση για τον έλεγχο του γούφερ. Όταν ο κώνος του γούφερ κινείται προς τα έξω, δημιουργείται υποπίεση η οποία ρουφάει το μεγάφωνο πίσω στη θέση ηρεμίας. Όταν ο κώνος κινείται προς τα μέσα, αυξάνεται η πίεση του αέρα και σπρώχνει το κώνο προς τη θέση ηρεμίας. Τα ηχεία με καμπίνα ακουστικής ανάρτησης, διακρίνονται για το σφιχτό και βαθύ μπάσο, το οποίο έχει προοδευτική μείωση κάτω από το όριο αποκοπής.Από την άλλη όμως τείνουν να είναι αναίσθητα γιατί η ακουστική ενέργεια που παράγεται από το πίσω μέρος του κώνου χάνεται.

      Σχεδίαση ανοικτού κουτιού (bass reflex): Οι καμπίνες οπής έχουν σχεδιαστεί ώστε να εκμεταλλεύονται την ακουστική ενέργεια που χάνεται στης καμπίνες ακουστικής ανάρτησης. Ανοίγοντας μια οπή (σωληνάς bass reflex) στην καμπίνα, οι χαμηλές συχνότητες εκπέμπονται σε φάση με τις χαμηλές που αναπαράγει το ίδιο το woofer. Μεταβάλλοντας τη διάμετρο και το μήκος του σωλήνα, μπορούμε να «κουρδίσουμε» τη συχνότητα συντονισμού του για βέλτιστο μπάσο. Οι καμπίνες οπής συνεπάγονται πιο αποδοτικές υλοποιήσεις, με αποτέλεσμα να σχεδιάζονται πιο ευαίσθητα και με περισσότερο μπάσο ηχεία στον ίδιο ή και μικρότερο όγκο καμπίνας απ’ ότι η αντίστοιχη σχεδίαση σε κλειστό κουτί. Από την άλλη η μείωση του μπάσου κάτω από τη συχνότητα αποκοπής του bass reflex είναι απότομη.

    • Ποιες είναι οι ιδανικές ιδιότητες των υλικών που χρησιμοποιούνται για διαφράγματα μεγαφώνων;

      Το χαμηλό βάρος και ο υψηλός δείκτης ακαμψίας

      Οι κατασκευαστές ηχείων έρχονται αντιμέτωποι με πολλές προκλήσεις στην προσπάθεια τους να αναπαράγουν ποιοτικό ήχο. Οι υψηλές συχνότητες επιβάλλουν την γρήγορη και με ακρίβεια κίνηση του διαφράγματος με αποτέλεσμα τα στοιχεία του μεγαφώνου να θερμαίνονται έντονα εξαιτίας των μεγάλων επιταχύνσεων που αναπτύσσονται. Τα διαφράγματα που αναπαράγουν υψηλές συχνότητες πρέπει λοιπόν να έχουν χαμηλή μάζα. Τα tweeter που αναπαράγουν τις υψηλές συχνότητες χρησιμοποιούν διαφράγματα χαμηλής μάζας, μεγάλης ακαμψίας και ισχυρούς μαγνήτες που επιτρέπουν τη τάχιστη και με ακρίβεια απόκριση του διαφράγματος. Υπάρχουν πολλά υλικά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του διαφράγματος ενός tweeter. Το διάφραγμα αλουμινίου συνδυάζει την μεγάλη ακαμψία και τη μικρή μάζα και αναπαράγει γρήγορα μεταβατικά με μεγάλη ταχύτητα και ακρίβεια. Εξαιρετικά tweeter κατασκευάζονται από Nomex ή μετάξι. Άλλα πάλι εξωτικά tweeter χρησιμοποιούν τιτάνιο ή βηρύλλιο.

      Σε σύγκριση με τα tweeter τα διαφράγματα των μεσαίων και χαμηλών συχνοτήτων είναι πολύ μεγαλύτερα, αφού πρέπει να μετακινήσουν μεγαλύτερο όγκο αέρα για να αναπαράγουν τις συγκεκριμένες συχνότητες. Μεγάλα διαφράγματα συνεπάγονται και μεγάλες μάζες, κάτι που μεταφράζεται σε αύξηση της αδράνειας του μεγαφώνου και μείωση της ευαισθησίας του, ενώ παράλληλα απαιτείται και πολύ μεγαλύτερη ισχύ για να μετακινηθούν. Η φυσική απόκριση των μεσαίων συχνοτήτων καθιστούν τα μεγάφωνα με κώνο από Kevlar ιδανικά για τις μεσαίες συχνότητες. Τα μεγάφωνα με κώνο Alucone, από κράμα αλουμινίου, αποτελούν επίσης μία εξαιρετική επιλογή, λόγω της ακαμψίας τους και της χαμηλής τους μάζας, που επιτρέπει την άψογη αναπαραγωγή των γρήγορων μεταβατικών, και αποδίδουν άψογο ήχο χωρίς παραμορφώσεις.

      Όσο για τα μεγάφωνα που αναπαράγουν τις πολύ χαμηλές συχνότητες (υπογούφερ), άριστες επιλογές υλικών για το διάφραγμα αποτελούν οι ίνες άνθρακα, το πολυπροπυλένιο καθώς επίσης και ειδικά επεξεργασμένοι πολτοί χαρτιού που αποκτούν εξαιρετική ακαμψία χωρίς να επιβαρύνουν τη σχεδίαση με υψηλή μάζα.

    • Ποιος είναι ο ρόλος της καμπίνας των ηχείων;

      Η ορθή λειτουργία και η βέλτιστη απόδοση των μονάδων παραγωγής ήχου

      [image]

      Όταν ο κώνος ενός μεγαφώνου κινείται προς τα εμπρός ασκώντας πίεση στα στρώματα του αέρα, τότε στο πίσω μέρος του δημιουργείται μια ίση αλλά αντίθετης φοράς πίεση (αραίωση, υποπίεση). Οι χαμηλές συχνότητες έχουν μικρή κατευθυντικότητα, περιθλώνται γύρω από το μεγάφωνο και τείνουν να επεκταθούν σε όλο το χώρο μπροστά και πίσω από αυτόν. Έτσι στο πίσω μέρος του θα έχουμε τη συμβολή δύο ίδιων αλλά αντίθετης φάσης ηχητικών κυμάτων, κάτι που συνεπάγεται την ακύρωσή τους.

      Η ιδανική λύση για να αποφύγουμε την ακύρωση είναι να προσαρμόσουμε το μεγάφωνο στο κέντρο μιας επίπεδης επιφάνειας με μεγάλο εμβαδόν ή διάμετρο (άπειρο διάφραγμα - infinite baffle). Αυτό φυσικά είναι πρακτικά αδύνατον και έτσι καταφεύγουμε στη λύση της καμπίνας.

      Η καμπίνα ενός ηχείου δεν είναι ένα απλό κουτί τυχαίων διαστάσεων, που αποσκοπεί στη στήριξη του μεγαφώνου και στην εξάλειψη των ακυρώσεων. Αντίθετα είναι μια προσεκτικά σχεδιασμένη διάταξη που επιχειρεί είτε να μιμηθεί το ελεύθερο μεγάφωνο (σχεδίαση άπειρου διαφράγματος), είτε να εκμεταλλευτεί τον όγκο του αέρα που βρίσκεται στο εσωτερικό, έτσι ώστε να συνεισφέρει θετικά στην απόδοση του μεγαφώνου (π.χ. σχεδιάσεις ακουστικής ανάρτησης, ανάκλασης χαμηλών και πολλές άλλες). Η ιδανική καμπίνα ενός ηχείου πρέπει να είναι άκαμπτη, ώστε να μην πάλλεται με τις εσωτερικές μεταβολές της πίεσης του αέρα. Επίσης πρέπει να έχει μεγάλη απόσβεση ώστε να εξασθενούν τα ηχητικά κύματα και να μην εκπέμπονται από την καμπίνα. Τέλος η συχνότητα συντονισμού πρέπει να είναι υψηλή και εκτός της ακουστικής μπάντας, για την αποφυγή χρωματισμών.

    • Τι είναι το κύκλωμα crossover ενός ηχείου;

      Το κύκλωμα που διαχωρίζει τις περιοχές συχνοτήτων για κάθε ξεχωριστή μονάδα του ηχείου

      [image]

      Οι κατασκευαστές ηχείων έρχονται αντιμέτωποι με πολλές προκλήσεις στην προσπάθεια τους να αναπαράγουν ποιοτικό ήχο. Οι υψηλές συχνότητες επιβάλλουν την γρήγορη και με ακρίβεια κίνηση του διαφράγματος με αποτέλεσμα τα στοιχεία του μεγαφώνου να θερμαίνονται έντονα εξαιτίας των μεγάλων επιταχύνσεων που αναπτύσσονται. Τα διαφράγματα που αναπαράγουν υψηλές συχνότητες πρέπει λοιπόν να έχουν χαμηλή μάζα.

      Οι χαμηλές συχνότητες από την άλλη που έχουν μεγάλο μήκος κύματος απαιτούν μεγάφωνα των οποίων η διάμετρος της παλλόμενης επιφάνειας πρέπει να είναι μεγάλη. Μεγάλα διαφράγματα συνεπάγονται και μεγάλες μάζες, κάτι που σημαίνει ότι αυξάνεται η αδράνεια του μεγαφώνου. Έτσι, εμφανίζει αυξημένη αδράνεια και μειωμένη ευαισθησία, ενώ απαιτείται και πολύ μεγαλύτερη ισχύς για να μετακινηθούν.

      Για να αντεπεξέλθουν στις αντικρουόμενες απαιτήσεις των υψηλών και χαμηλών συχνοτήτων, οι κατασκευαστές ηχείων κατασκευάζουν ηχεία δύο ή και περισσοτέρων δρόμων, έτσι ώστε τα κατάλληλα μεγάφωνα να αναπαράγουν συγκεκριμένες συχνότητες. Τα δικτυώματα διαχωρισμού συχνοτήτων που επιτρέπουν τη λειτουργία ηχείων δύο, τριών ή και περισσότερων δρόμων είναι ακριβώς τα crossover. Στην ουσία πρόκειται για ειδικά σχεδιασμένα φίλτρα συχνοτήτων, με χρήση αντιστάσεων, πυκνωτών και πηνίων, που οδηγούν σε κάθε μεγάφωνο (woofers, tweeter) του ηχείου σήματα με διαφορετικό συχνοτικό περιεχόμενο. Το πάντρεμα της αναπαραγωγής από όλα τα μεγάφωνα μαζί πρέπει να δίνει ένα τονικά ισορροπημένο αποτέλεσμα όταν το crossover είναι σωστά σχεδιασμένο.

    • Τι μας αποκαλύπτουν οι μετρήσεις των ηχείων και πώς μπορούν να μου φανούν χρήσιμες;

      Αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα του ηχείου με βάση την επίπεδη ή μη απόκρισή του στο φάσμα των συχνοτήτων

      Από τις πρώτες μέρες σχεδίασης και αξιολόγησης ηχείων έχουν υπάρξει πάμπολλες συζητήσεις και διχογνωμίες σχετικά με το τι μπορούν να μας αποκαλύψουν οι μετρήσεις των ηχείων, πώς συσχετίζονται με την ηχητική μας εμπειρία, σε ποιο βαθμό μπορεί ο σχεδιαστής να επαφίεται σε αυτές και πόσο έγκυρες και επαναλήψιμες είναι. Φυσικά αυτά είναι ερωτήματα με τα οποία ασχολούνται συγκεκριμένοι κλάδοι της ηλεκτροακουστικής, όπως για παράδειγμα η ψυχοακουστική, και θα ήταν αδύνατο να καλύψουμε πλήρως το θέμα εδώ. Παρόλα αυτά μπορούμε να δώσουμε αρκετά χρήσιμες γνώσεις για τον ακροατή και μουσικόφιλο που θέλει να γνωρίσει πιο βαθιά το επιστημονικό υπόβαθρο της ηλεκτρακουστικής σε αντίθεση με την αγυρτεία που περιτριγυρίζει συχνά τα ηχεία!

      Η κύρια μέτρηση για την οποία ενδιαφέρεται ο σχεδιαστής ηχείων είναι η Απόκριση Συχνοτήτων όπως αυτή μετριέται σε κάποια απόσταση (1 ή 2 μέτρα) από το tweeter και κατά μήκος του άξονά του. Αυτή η μέτρηση δείχνει την απόκριση του ηχείου, δηλαδή την ηχητική στάθμη που αναπαράγει, για κάθε συχνότητα μέσα στο ακουστό εύρος συχνοτήτων. Παρά τις πολλές και ακτικρουόμενες απόψεις σχετικά με το ποια μορφή απόκρισης συχνοτήτων είναι προτιμητέα, είναι αναμφίβολο ότι η επίπεδη απόκριση συχνοτήτων, δηλαδή η σχεδίαση εκείνη που ούτε ενισχύει ούτε αποσβαίνει επιλεκτικά κάποιες συχνότητες, είναι η καλύτερη και πάντα επιθυμητή. Μια επίπεδη απόκριση σημαίνει ότι το ηχείο αναπαράγει ήχο με τη μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα χωρίς να χρωματίζει τη μουσική εισάγοντας το δικό του ηχητικό χαρακτήρα (πχ. μπασαριστό ή πολύ πριμαριστό ηχείο).

      Στο σημείο αυτό πρέπει να προσέξουμε όμως γιατί υπάρχει μια παγίδα. Η γεωμετρία και η χωροθέτηση του δωματίου επιδρούν καθοριστικά στην απόκριση χαμηλών συχνοτήτων των ηχείων. Για να έχουμε ακριβή μέτρηση απόκρισης στα χαμηλά, με επαναληψιμότητα και συσχέτιση με την υποκειμενική παρατήρηση, θα πρέπει είτε να πραγματοποιήσουμε τη μέτρηση σε ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο, ώστε οι ανακλάσεις από τους τοίχους να μην επηρεάζουν την αρχική μέτρηση, ή θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε μια τεχνική που ονομάζεται μέτρηση Κοντινού Πεδίου (Near-Field). Κάνοντας χρήση αυτής της τεχνικής, μετράμε από πολύ κοντά (το μικρόφωνο σχεδόν εφάπτεται του κώνου) την απόκριση των μεγαφώνων και των bass reflex αν υπάρχουν, ώστε να λαμβάνεται υπόψη μόνο το άμεσο κύμα και όχι οι ανακλάσεις. Αυτή η near-field μέτρηση χαμηλών συχνοτήτων συνθέτεται με τη μέτρηση μεσαιο-υψηλών συχνοτήτων που λαμβάνεται σε οποιοδήποτε δωμάτιο μεσαίων διαστάσεων, ώστε να πάρουμε μια μέτρηση η οποία συσχετίζεται πολύ καλά με αυτό που τελικά ακούμε από το υπο μέτρηση ηχείο.

      Το ενδιαφέρον σημείο που προκύπτει από τη near-field μέτρηση είναι η συχνότητα στην οποία η απόκριση συχνοτήτων πέφτει κατά 3dB σε σχέση με το μέσο όρο στη μεσαία μπάντα. Αυτή η συχνότητα αναφέρεται ως η συχνότητα f3 και είναι ένα μέτρο της ικανότητας του ηχείου να αναπαράγει χαμηλές συχνότητες. Όσο πιο χαμηλή η f3, τόσο πιο δυνατό μπάσο μπορεί να παίξει το ηχείο. Βέβαια όταν γίνεται ακρόαση του ηχείου μέσα σε ένα ρεαλιστικό δωμάτιο, το μπάσο του ενδέχεται να είναι αρκετά διαφορετικό εξαιτίας των στασίμων κυμάτων. Παρόλα αυτά όμως, όσο πιο επίπεδη είναι η απόκριση των χαμηλών μέχρι τη συχνότητα f3, τόσο πιο εύκολο θα είναι να ενσωματωθεί στο χώρο δίνοντας ένα ομαλό, δυνατό μπάσο που δε μπουμάρει, αλλά φέρνει όλο το ρεαλισμό που απαιτείται για την ακρόαση της μουσικής και των ταινιών σας

      Άλλη σημαντική μέτρηση είναι η απόκριση συχνότητας μετρημένη σε κάποια γωνία από τον άξονα του tweeter (off-axis). Αυτές οι μετρήσεις σε συγκεκριμένες γωνίες οριζόντια και κατακόρυφα (horizontal and vertical off-axis) δείχνουν την επίδραση που έχει η καμπίνα, τα μεγάφωνα αυτά καθεαυτά και κυρίως το crossover (κύκλωμα διαχωρισμού συχνοτήτων) το οποίο εξαιτίας της διαφορά φάσης που εισάγει στο σήμα που οδηγείται σε κάθε μεγάφωνο μπορεί να δημιουργεί ακυρώσεις συχνοτήτων σε κάποιες γωνίες. Αναλύοντας λοιπόν τις off-axis μετρήσεις μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι το ηχείο εκπέμπει ισορροπημένο ήχο ακόμα και προς τα πλάγια, ώστε ο ήχος που θα φτάσει στον ακροατή εξ ανακλάσεως να έχει τον ίδιο τονικό χαρακτήρα με τον άμεσο ήχο (on-axis). Ένα τέτοιο ηχείο θα ακούγεται καλά όχι μόνο στην ιδανική θέση ακρόασης (sweet spot) αλλά σε μια πολύ ευρύτερη περιοχή.

      Τέλος μεγάλης σημασίας είναι και η μέτρηση της εμπέδησης σε συνάρτηση με τη συχνότητα. Αυτή απεικονίζει την τιμή της αντίστασής του σε όλο το εύρος του ακουστού φάσματος, από 20Hz έως 20kHz και δείχνει σε ποια συχνότητα – εύρος συχνοτήτων η εμπέδηση έχει την ελάχιστη τιμή της, καθώς και ποια είναι αυτή η τιμή. Συνήθως θέλουμε η ελάχιστη εμπέδηση να είναι παραπάνω από 3-4 Ohm, ούτως ώστε όλοι σχεδόν οι ενισχυτές να μπορούν να οδηγήσουν το ηχείο. Βέβαια σε ηχεία High-End, τιμές εμπέδησης τόσο χαμηλές όσο το 1 Ohm δεν είναι σπάνιες. Επίσης η συχνότητα στην οποία η εμπέδηση έχει την ελάχιστή της τιμή είναι σημαντική. Αν η συχνότητα αυτή είναι υψηλή, τότε το φορτίο στον ενισχυτή δεν είναι και τόσο μεγάλο, καθώς στις υψηλές συχνότητες η ηχητική πληροφορία δεν είναι και τόσο σημαντική. Αν από την άλλη η συχνότητα ελάχιστης εμπέδησης είναι στη χαμηλομεσαία μπάντα, τότε το ηχείο θα αποτελεί δύσκολο φορτίο καθώς υπάρχει αρκετή ηχητική πληροφορία σε αυτό το εύρος συχνοτήτων.

    • Πώς πρέπει να αξιολογούμε τα ηχεία;

      Ιδανικά στον χώρο που θα τα ακούμε και με καλό υλικό αναφοράς

      Η αξιολόγηση των ηχείων είναι μια διαδικασία αρκετά πιο δύσκολη από όσο αρχικά ακούγεται. Ένα ολόκληρο πεδίο της ακουστικής, η ψυχοακουστική, μελετά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον ήχο, τον αποκωδικοποιούμε στον εγκέφαλό μας, τον συγκρίνουμε με τους ρεαλιστικούς ήχους κι επίσης πώς η ακουστική μας αντίληψη μπορεί να ξεγελαστεί (όχι πάντα για κακό σκοπό! Η τεχνολογία Virtual Surround βασίζεται εξ' ολοκλήρου στο μπέρδεμα της αντίληψης του εγκεφάλου σχετικά με την προέλευση των ήχων και όλα αυτά για καλό σκοπό!)

      Χωρίς να μπούμε στα βαθιά νερά της θεωρίας της ψυχοακουστικής, μπορούμε να δώσουμε τους παρακάτω απλούς και χρήσιμους κανόνες:

      - Όταν αξιολογείτε ηχεία μην αφήνετε τις υπόλοιπες αισθήσεις σας (πλην της ακοής) και κυρίως την όρασή σας να καθορίζουν την κρίση σας. Τα μεγάλα και εξωτερικά όμορφα ηχεία (φινίρισμα, σχήμα, χρώμα) δε σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αναπαράγουν ήχους με μεγαλύτερη πιστότητα

      - Προσέξτε το δωμάτιο στο οποίο κάνετε την ακρόαση - αξιολόγηση των ηχείων. Είναι σχεδόν αδύνατο να γίνει αξιόπιστη αξιολόγηση ηχείων σε ένα χώρο στον οποίο δεν έχετε ακούσει ξανά μουσική από άλλα ηχεία

      - Κυρίως σε δωμάτια που δεν είναι βελτιστοποιημένα ακουστικά, η αξιολόγηση ηχείων συχνά οδηγεί σε άδικα συμπεράσματα

      - Ο καλύτερο χώρος για να αξιολογήσετε ηχεία είναι ο ίδιο ο χώρος ακρόασης στο σπίτι σας. Γι αυτό το λόγο η Crystal Audio σας παρέχει 60 ολόκληρες μέρες δοκιμαστικής περιόδου για τα ηχεία της. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα μπορείτε να δοκιμάσετε τα ηχεία, ακούγοντας την αγαπημένη σας μουσική και ταινίες μαζί με τους φίλους σας και την οικογένειά σας και αν δε μείνετε ευχαριστημένοι μπορείτε να τα επιστρέψετε!

      - Επιλέξτε ηχογραφήσεις υψηλής ποιότητας (Reference Recordings) και όχι μέτριας ποιότητας αρχεία από το internet ή από φτηνές παραγωγές. Επισκεφτείτε τη βάση μας με τα Reference Recording και βρείτε την καλύτερη ηχογράφηση στο είδος μουσικής και ταινίας που σας αρέσει

      - Προσπαθήστε να ακούσετε διακριτά το κάθε επίπεδο ήχων από τα ακουστικά όργανα και τις φωνές των τραγουδιστών και να το συγκρίνετε με τον ήχο των ίδιων οργάνων /ανθρώπινων φωνών που έχετε ακούσει ζωντανά χωρίς ενίσχυση. Υπάρχει κοντινή συσχέτιση μεταξύ των φυσικών ήχων και της αναπαραγωγής από το ηχείο;

      Αξιολογήστε την ακουστική εικόνα που δημιουργείτε μεταξύ των ηχείων, την ποιότητα των μπάσων (γρήγορες χαμηλές που ζωντανεύουν τη μουσική χωρίς να βρωμίζουν τους υπόλοιπους ήχους και χωρίς να κουράζουν) και γενικά τη συνολική ηχητική εμπειρία. Κλείστε τα μάτια σας και βυθιστείτε στη μουσική και στους ήχους και ανακαλύψτε τα συναισθήματα που γεννιούνται μέσα σας όταν η επιστήμη συναντά την τέχνη!